Η φαρμακευτική αγωγή είναι η βασική θεραπεία της Ν. Πάρκινσον για τους περισσότερους ανθρώπους. Ο νευρολόγος είναι εκείνος ο οποίος, μαζί με τον ασθενή του, θα βρει τη σωστή ισορροπία και θα προτείνει την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή με την οποία θα γίνει η καλύτερη διαχείριση των συμπτωμάτων της νόσου. Ο γιατρός θα προτείνει μια συγκεκριμένη θεραπεία, σύμφωνα πάντα με τα συμπτώματα του κάθε ασθενούς. Ο κάθε άνθρωπος πρέπει να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή σύμφωνα πάντα με τις ανάγκες του.

Όταν ο ασθενής ξεκινά τη λήψη φαρμάκων, ξεκινά συνήθως με χαμηλές δόσεις. Η δόση αυτή στην πορεία αυξάνεται σταδιακά έως ότου επιτευχθεί ο έλεγχος των συμπτωμάτων. Σε μερικούς ασθενείς, μπορεί να παρατηρηθούν παρενέργειες ναυτίας, ζαλάδας, διαταραχές ύπνου, παραισθήσεις ή ακόμα και σύγχυση όταν αρχίζουν τη θεραπεία. Αυτές όμως είναι παροδικές και περνάνε με την σωστή καθοδήγηση. Μετά από χρόνια, τα φάρμακα γίνονται λιγότερο δραστικά απαιτώντας περισσότερο χρόνο για να ενεργήσουν. Ο γιατρός θα εξετάσει την ανταπόκριση του ασθενούς στη θεραπεία και θα προσαρμόσει τη δόση και τη συχνότητα λήψης του φαρμάκου, είτε θα προτείνει την αλλαγή του φαρμάκου. Δεν είναι λίγες οι φορές που απαιτείται συνδυασμός φαρμάκων για πιο αποτελεσματικό έλεγχο των συμπτωμάτων.
Παρά το γεγονός ότι τα φάρμακα μπορούν να προκαλέσουν μεγάλη διαφορά στα συμπτώματα και να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής του ασθενούς, δε σταματούν την εξέλιξη της ασθένειας. Η ασθένεια δεν μπορεί να θεραπευτεί από τα φάρμακα.